9/
επιμελητικό κείμενο
#ηΑντανάκλασηΤουΠιάτου
Η θεματική του φαγητού κυριαρχεί ως διατύπωση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Εικόνες της καθημερινής παρουσίασης και προετοιμασίας
φαγητού πυκνώνουν τα τελευταία χρόνια και μετατρέπονται σε παγκόσμια καθημερινή πρακτική. Η κατασκευή του προφίλ / κοινωνικής
ταυτότητας, ο αριθμός των ακολούθων ως μονάδα μέτρησης κοινωνικής αποδοχής,το 'μου αρέσει΄ ως μονάδα μέτρησης αξίας, αποτελούν
βασικά χαρακτηριστικά αυτής της πρακτικής. Στη συνθήκη αυτή, όπου μια συνταγή παραλλάσσεται από κάθε χρήστη, μία άυλη εικόνα
μεταφράζεται σε υλική/συνταγή και όλοι οι χρήστες είναι ταυτόχρονα εν δυνάμει δημιουργοί, θεατές και καταναλωτές, αποτέλεσμα είναι
η δημιουργία υβριδικών συνταγών αλλά και υβριδικών χρηστών.
Οι "υβριδικές"συνταγές που δημιουργούνται, αποτελούν παραλλαγές των καθημερινών συνταγών "της μαμάς", οι οποίες με τη σειρά τους
είτε έχουν επηρεαστεί από τα πρότυπα των τηλεοπτικών εκπομπών μαγειρικής διάσημων σεφ, είτε από το προσωπικό γούστο ¨της μαμάς". Ο
επαναπροσδιορισμός του ρόλου της «μαμάς», ως το μέλος της οικογένειας που θέτει γαστριμαργικά και αισθητικά πρότυπα, ενώ μέσα από
αυτό το ρόλο ασκεί εξουσία πάνω στα υπόλοιπα μέλη, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια αλλαγή της αντίληψης της "πρότυπης"
αίσθησης/γεύσης/διακόσμησης, σημαντικό στοιχείο για την αντίληψητου σύγχρονου κόσμου.Επίσης, η σχέση των μαγειρικών και των χωρικών
εικόνων, που αποτελούν τη δεύτερη πιο δημοφιλή διατύπωση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης,δημιουργεί ερωτήματα για τον αλληλοεπανα-
προσδιορισμό τους, καθώς κοινό σημείο τους αποτελεί το κοινό υποκείμενο που δημοσιεύει.Έτσι, μπορούμε να αναρωτηθούμε πως η μία (φαγητό)
επαναπροσδιορίζει την άλλη (χωρικό περιβάλλον) και το αντίθετο, και πως αυτή η αλληλεπίδραση επιδρά στην αντίληψη και βίωση του
σύγχρονου πολιτισμού αλλά στον ρόλο του ατόμου στο σύγχρονο κόσμο.
Βασικό άξονα της έκθεσης αποτελεί η ανάγνωση τoυ σύγχρονου πολιτισμού ως υβριδίου μέσα από την αντανάκλαση του σύγχρονου φαγητού σε
αυτόν.Η σχέση των διατροφικών συνηθειών με τον εκάστοτε πολιτισμό από τους προϊστορικούς χρόνους μέχρι και σήμερα, αναδεικνύει τη
διατροφή και τις συνήθειες της, ως το σημαντικότερο πολιτισμικό χαρακτηριστικό. Η αισθητικοποίηση όμως, ένας μηχανισμός που αποκρύπτοντας
τα χαρακτηριστικά ενός αντικειμένου το μεταλλάσσει με αποτέλεσμα να μην είναι πια διαχειρίσιμο, αποτελεί τον συνδετικό άξονα πολιτισμού και
φαγητού. Ξεκινώντας, το δείπνο στην αρχαία Ελλάδα είχε αποκτήσει ήδη κάποια χαρακτηριστικά αισθητικοποίησης. Ο χαρακτηρισμός "έγινε καλός"
για ένα επιτυχημένο δείπνο, αποδίδει από τη μία την τυχαιότητα ως χαρακτηριστικό της αισθητικοποίησης εκείνη την περίοδο αλλά αποκαλύπτει
και ως ειδικά χαρακτηριστικά της την αρμονία της ηθικής και της ηδονής, τα οποία αποτελούν πρότυπα εκείνης της περιόδου. Έτσι, η
αισθητικοποίηση, ως αρμονικός ηδονισμός, αν και τυχαία,"ήταν η ουσία της ζωής, αν "οχι η ίδια η ζωή". Συνεχίζοντας, την περίοδο του
Μεσαίωνα, η προηγούμενη τυχαιότητα της αισθητικοποίησης με ένα ατομικό τρόπο ζωής πια, ο οποίος χαρακτηρίζεται από μια συλλογική ηθική
και ανηθικότητα. Κατά τη βιομηχανική επανάσταση, η αισθητικοποίηση, από τυχαία συνθήκη, έγινε ιδεολογία. Η εντατικοποίηση της εργασίας
αλλά και η ανάδειξη του ρόλου της τροφού σε κοινωνικοπολιτικό παράγοντα, οδήγησαν σε αλλαγές στο φαγητό αλλά και στη δομή της κοινωνίας.
Η φορητότητα του γεύματος και η μαζικοποίηση της παραγωγής του, οδήγησαν στην αποσπασματικότητα της οικογένειας. Έτσι το κυριακάτικο δείπνο
μετατράπηκε σε μία συνθήκη αναπαραγωγής της ανάμνησης του "δείπνου", με αποτέλεσμα να αρχίσει να δημιουργείται ένα υβρίδιο ανάμεσα στη λαϊκή
παράδοση και τη μαζική παραγωγή. Η φιλελεύθερη κοινωνική στροφή της δεκαετίας 60-70 συνδέθηκε με την έννοια του φαγητού τόσο ως
καθημερινή όσο και ως καλλιτεχνική πρακτική. Η απελευθέρωση των κοινωνικών τάξεων και αποδυνάμωση της συντηρητικής τάξη, είχε ως
αποτέλεσμα να μαζικοποιηθεί η έννοια του δείπνου. Το φαγητό ως τελετουργία αλλά και ως υλικό γεύμα και η διαδικασία παρασκευής του,
αποτελούσαν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ανώτερης κοινωνικής τάξης. Με τη διεύρυνση όμως των κοινωνικών τάξεων το δείπνο έγινε μια μαζική
σχεδόν καθημερινή τελετουργία, όπως και η ιδιαίτερη παρασκευή του. Παράλληλα με αυτή τη μεταστροφή της έννοιας του δείπνο, το φαγητό
χρησιμοποήθηκε και ως εικαστική πρακτική, με χαρακτηριστική αυτή του κινήματος Fluxus και Pop. Η στροφή της τέχνης στην καθημερινή ζωή
έθεσε το ερώτημα αν η καθημερινότητα μπορεί να ιδωθεί ως τέχνη και το αντίστροφο. Ο Robert Filliou, Γάλλος εικαστικός που συνδέθηκε στενά
με το κίνημα των Fluxus, διατύπωσε τη σχέση τέχνης και καθημερινότητας με την φράση "η τέχνη κάνει πιο ενδιαφέρουσα τη ζωή από την τέχνη",
όπως αναφέρει στο άρθρο της η Anna Dezeue "Everydaylife, relational aesthetics and the transfiguration of the commonplace". Από τα
ready mades του Duchamp και τη δημιουργία των happenings από τον Alan Kaprow, διατυπώνεται ξεκάθαρα η πεποίθηση της σχέσης τέχνης και
καθημερινότητας. Ο ίδιος ο Kaprow αναφέρει "η διαχωριστική γραμμή μεταξύ τέχνης και καθημερινότητας, πρέπει να διατηρείται ρευστή ή στην
αφάνεια ακόμα καλύτερα", ενώ ο Brecht αναφέρει "η τέχνη δεν έχει καμία διαφορά από την πραγματικότητα... Η μόνη διαφορά σε μία καρέκλα
του Duchamp και σε μια καρέκλα του σπιτιού μου είναι ότι η δεύτερη χρησιμοποιείται". Συνεχίζοντας, η τεχνολογία τροφίμων, αποκρύπτωντας τα
"φυσικά" χαρακτηριστικά του φαγητού (εμπλουτισμός τροφών μ επερισσότερα θρεπτικά στοιχεία, επιμήκυνση του χρόνου συντήρησης κ.α.) και η
μετατροπή του φαγητού σε διαφημιστικό προϊόν μέσα από τις τηλεοπτικές διαφημίσεις της δεκαετίας του '80 και τις σύγχρονες τηλεοπτικές εκπομπές,
η αισθητικοποίηση μετουσιώθηκε σε τεχνολογική εξέλιξη. Ο W. Benjamin στο βιβλίο του περί αύρας του έργου τέχνης στην εποχή της τεχνολογικής
αναπαραγωγιμότητας, κάνει λόγο για την εξαφάνιση της αύρας του έργου τέχνης, ερώτημα που επικαιροποιείται στο σύγχρονο φαινόμενο του
Instagram. Παράλληλα όμως, αλλάζει και ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε το χώρο και το χρόνο. Οι αναπαραστάσεις του χρόνου στη σύγχρονη
ρευστή νεοτερικότητα είναι εξαρτώμενες από εικόνες τομής, ρήξης και ασάφειας, χαρακτηριστικά μιας μετααποικιοκρατικής συνθήκης, σύμφωνα με
τους Gupta και Ferguson στο βιβλίο τους "Πέρα από την κουλτούρα: Χώρος, ταυτότητα και πολιτική της διαφοράς". Η εντεινόμενη κινητικότητα των
ανθρώπων, διαδικτυακά αλλά και χωρικά, συνδυάζεται με την άρνηση των πολιτιστικών προϊόντων να "σταθούν ακίνητα" για να προσδώσουν μια
βαθιά αίσθηση απώλειας των εδαφικών ριζών, διάβρωση της πολιτισμικής δραστηριότητας των χώρων και κατά συνέπεια ένα αναβρασμό στην
ανθρώπινη θεωρία. Η προφανής αποεδαφικοποίηση της ταυτότητας που συνοδεύει αυτές τις διαδικασίες έχει καταστήσει το ερώτημα του Clifford
(1998) ερώτημα κλειδί για την πρόσφατη ανθρωπολογική έρευνα:"τι σημαίνει στο τέλος του 20ου αίωνα να μιλά κανείς για "πάτρια γη". Ποιές
διαδικασίες, αντί για οντότητες εμπλέκονται στις παρούσες εμπειρίες της πολιτισμικής ταυτότητας;
Κλείνοντας, συγκεντρώνοντας έργα 12 σύγχρονων καλλιτεχνών, που με την πρακτική τους διερευνούν τα χαρακτηριστικά του σύγχρονου πολιτισμού με
κύριο εργαλείο τους το φαγητό. Μέσα στο πλαίσιο αυτής της σύγχρονης πολιτισμικής συνθήκης, καλούνται να διαχειριστούν έννοιες όπως το πιάτο,
η πρώτη ύλη, οι κανόνες συμπεριφοράς γύρω από το φαγητό κ.α. παράγοντας ένα εκθεσιακό έργο τέχνης, ένα πολλαπλό εμπορικό αντικείμενο και μια
συνταγή. Με αυτό το τριπλό έργο τους τίθεται το ερώτημα:"τι προτείνουμε; Τι παράγουμε; Καταναλώνουμε αυτό που παράγουμε;", ερώτημα που αφορά
τον ρόλο όλων μας στον σύγχρονο κόσμο.
Μαντίκου Λίνα / Επιμελήτρια
https://popaganda.gr/table/i-antanaklasi-tou-piatou/